ΑΙΤΙΟΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
«Η Μαρία είναι φοιτήτρια και προσπαθεί να τελειώσει μια εργασία για το μάθημά της. Αρχίζει με ενθουσιασμό, αλλά σύντομα την αποσπά ένα μήνυμα στο κινητό. Μετά σηκώνεται να φτιάξει καφέ, βλέπει κάτι στο διαδίκτυο, θυμάται ένα άλλο θέμα που έπρεπε να κάνει και αρχίζει να το γράφει. Περνάει η ώρα και η εργασία παραμένει μισοτελειωμένη. Νιώθει άγχος και απογοήτευση για την αδυναμία της να συγκεντρωθεί, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει τη διάσπαση προσοχής και την παρορμητικότητα.
Παρά τις προσπάθειες, η μέρα της τελειώνει με την αίσθηση ότι «παλεύει με τον ίδιο της τον εγκέφαλο», χωρίς να φταίνε οι άλλοι ή οι κανόνες γύρω της.»
«ADHD – Μια μέρα στο σχολείο/δουλειά. Ο Μάρκος ξυπνάει αργοπορημένος και τρέχει να ετοιμαστεί. Στο δρόμο για τη δουλειά, ξεχνάει το κινητό του στο τραπέζι και το κλειδί στο σπίτι. Στο γραφείο προσπαθεί να συγκεντρωθεί σε ένα report, αλλά κάθε ήχος, κάθε μήνυμα ή σκέψη τον αποσπά. Αρχίζει να απαντάει σε emails, μετά σηκώνεται για καφέ, μιλάει με έναν συνάδελφο για κάτι άσχετο, και πριν το καταλάβει έχει περάσει μία ώρα χωρίς να έχει προχωρήσει. Νιώθει άγχος και ενοχές, αλλά παλεύει να συγκρατήσει τη διάσπαση προσοχής του. Η μέρα τελειώνει και νιώθει εξαντλημένος, όχι από τη δουλειά, αλλά από τη συνεχή μάχη με τον ίδιο του τον νου.»
ADHD (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας). «Ξυπνάω και η λίστα με τα πράγματα που πρέπει να κάνω μοιάζει ατελείωτη. Ξεκινάω με το ένα, μετά κάτι άλλο τραβάει την προσοχή μου, και πριν το καταλάβω έχω πηδήξει σε τρία διαφορετικά πράγματα χωρίς να τελειώσω κανένα. Θέλω να συγκεντρωθώ, αλλά ο νους μου τρέχει συνεχώς. Νιώθω ενοχές που δεν καταφέρνω να ολοκληρώσω αυτά που πρέπει, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω τη ροή των σκέψεων και των παρορμήσεων. Κάποιες φορές νιώθω σαν να παλεύω με τον ίδιο μου τον εγκέφαλο.»
Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας (ADHD) χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσκολία συγκέντρωσης, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα, που επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου.
Η αιτιοπαθογένεια της διαταραχής είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Βιολογικοί παράγοντες: Η ADHD συνδέεται με νευροβιολογικές ανισορροπίες στον εγκέφαλο, ειδικά σε περιοχές που σχετίζονται με την προσοχή, την αυτορρύθμιση και την εκτελεστική λειτουργία, όπως ο προμετωπιαίος φλοιός και τα βασικά γάγγλια. Παρατηρούνται επίσης διαφοροποιήσεις στη δραστηριότητα νευροδιαβιβαστών, όπως η ντοπαμίνη και η νορεπινεφρίνη, που επηρεάζουν τη δυνατότητα συγκέντρωσης και ελέγχου παρορμήσεων.
Ψυχολογικοί παράγοντες: Τα άτομα με ADHD δυσκολεύονται να διατηρήσουν την προσοχή σε μη ερεθιστικά ή επαναλαμβανόμενα καθήκοντα, συχνά ενεργούν παρορμητικά και εμφανίζουν χαμηλή αντοχή στην καθυστέρηση ανταμοιβής. Οι δυσκολίες αυτές προκαλούν άγχος, απογοήτευση και χαμηλή αυτοεκτίμηση, παρά την πρόθεση του ατόμου να λειτουργήσει σωστά.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Παράγοντες όπως στρες στην εγκυμοσύνη, έκθεση σε τοξίνες ή δυσμενείς συνθήκες κατά την παιδική ηλικία μπορεί να ενισχύσουν την εμφάνιση ή τη σοβαρότητα της ADHD. Επίσης, η αλληλεπίδραση με οικογενειακά ή σχολικά πλαίσια που δεν προσφέρουν επαρκή δομή και υποστήριξη μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα.
Συνολικά, η ADHD θεωρείται αποτέλεσμα της συνδυαστικής επίδρασης βιολογικών προδιαθέσεων και περιβαλλοντικών επιρροών, με κύριο χαρακτηριστικό την αδυναμία του ατόμου να ρυθμίσει την προσοχή και την παρορμητικότητα, που προκαλεί άγχος και δυσκολία στην καθημερινή λειτουργία, χωρίς όμως η συμπεριφορά να εκφράζει έλλειψη ηθικής ή ενσυναίσθησης.
Η λέξη ΔΕΠΥ είναι ακρωνύμιο που προέρχεται από την ελληνική μετάφραση του όρου Attention Deficit Hyperactivity Disorder (ADHD), δηλαδή:
- Δ – Διαταραχή
- Ε – Ελλειμματικής
- Π – Προσοχής
- Υ – Υπερκινητικότητας
Ο όρος ΔΕΠΥ καθιερώθηκε στην ελληνική ψυχιατρική μεταφράζοντας τον διεθνή όρο ADHD (Attention Deficit Hyperactivity Disorder), που χρησιμοποιείται ευρέως στις αγγλόφωνες χώρες από τη δεκαετία του 1980.
Στην αρχή, οι περιγραφές επικεντρώνονταν στην υπερκινητικότητα των παιδιών, και η διαταραχή ονομαζόταν «Διαταραχή Υπερκινητικότητας με Ελλειμμα Προσοχής» (ΔΥΕΠ). Με την πρόοδο της έρευνας και την αναγνώριση ότι η δυσκολία προσοχής και η παρορμητικότητα μπορεί να εμφανίζονται και χωρίς υπερκινητικότητα, η ονομασία στην ελληνική ψυχιατρική μετατράπηκε σε Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), για να καλύπτει όλες τις μορφές της διαταραχής:
- Κυρίως διάσπαση προσοχής (χωρίς υπερκινητικότητα)
- Κυρίως υπερκινητικότητα-παρορμητικότητα
- Συνδυασμένη μορφή
Η χρήση του ακρωνυμίου ΔΕΠΥ έγινε ευρέως αποδεκτή από την ελληνική επιστημονική κοινότητα και τα εκπαιδευτικά συστήματα, ώστε να είναι πιο κατανοητή για γονείς και εκπαιδευτικούς, αντί για την αγγλική ορολογία.
Η ΔΕΠΥ στους ενήλικες αναγνωρίστηκε επιστημονικά πολύ αργότερα από ό,τι στα παιδιά.
- Αρχικά, η έρευνα επικεντρωνόταν στα παιδιά σχολικής ηλικίας (1950–1980), επειδή η υπερκινητικότητα και η διάσπαση προσοχής ήταν πιο εμφανείς στην τάξη και στην καθημερινή ζωή.
- Στη δεκαετία του 1990, άρχισαν να εμφανίζονται μελέτες που παρατηρούσαν ότι τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ δεν εξαφανίζονται απαραίτητα με την ενηλικίωση.
- Σήμερα, η ΔΕΠΥ ενηλίκων αναγνωρίζεται ως η συνέχεια ή η έκφραση της παιδικής ΔΕΠΥ σε ενήλικη μορφή, με έμφαση στη διάσπαση προσοχής, την παρορμητικότητα και δυσκολίες οργάνωσης/διαχείρισης χρόνου, χωρίς απαραίτητα εμφανή υπερκινητικότητα.
- μια μικρή ιστορική χρονογραμμή για την εξέλιξη του όρου ΔΕΠΥ στην ελληνική ψυχιατρική:
- 1950-1960:
- Οι πρώτες αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία εστιάζουν σε «υπερκινητικά παιδιά» με προβλήματα συμπεριφοράς.
- Δεν υπάρχει ξεκάθαρος όρος για τη διάσπαση προσοχής.
- 1970-1980:
- Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία καθιερώνεται ο όρος Attention Deficit Disorder (ADD), με ή χωρίς υπερκινητικότητα.
- Στην Ελλάδα αρχίζει να γίνεται γνωστό το φαινόμενο μέσω επιστημονικών άρθρων και παιδοψυχιατρικών αναφορών.
- 1980-1990:
- Ο διεθνής όρος εξελίσσεται σε ADHD (Attention Deficit Hyperactivity Disorder), αναγνωρίζοντας και τις τρεις μορφές: διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα-παρορμητικότητα, και συνδυασμένη.
- Στην Ελλάδα ο όρος μεταφράζεται αρχικά ως Διαταραχή Υπερκινητικότητας με Ελλειμμα Προσοχής (ΔΥΕΠ).
- 1990-2000:
- Οι ελληνικοί επιστημονικοί φορείς (παιδοψυχίατροι και ψυχολόγοι) προτείνουν τον όρο ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας) για να καλύπτει όλες τις μορφές της διαταραχής.
- Η χρήση του όρου ΔΕΠΥ επεκτείνεται στα σχολεία και σε οδηγίες για γονείς.
- 2000 και μετά:
- Ο όρος ΔΕΠΥ καθιερώνεται επίσημα στην ελληνική βιβλιογραφία, οδηγίες και εκπαιδευτικά προγράμματα.
- Η αναγνώριση των τριών μορφών της ΔΕΠΥ γίνεται κεντρική για διάγνωση και θεραπεία.
Το DSM-5 αναγνωρίζει τη ΔΕΠΥ και στους ενήλικες και περιγράφει τα βασικά συμπτώματα με προσαρμογή στις ανάγκες και τις λειτουργίες των ενηλίκων. Τα συμπτώματα χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: έλλειμμα προσοχής και υπερκινητικότητα/παρορμητικότητα, αλλά η υπερκινητικότητα εκδηλώνεται συχνά με πιο εσωτερικό ή λιγότερο εμφανές τρόπο στους ενήλικες.
- Συμπτώματα έλλειψης προσοχής (Inattention):
- Δυσκολία στη συγκέντρωση σε λεπτομέρειες ή συχνά λάθη από απροσεξία στη δουλειά ή σε άλλες δραστηριότητες.
- Δυσκολία να διατηρήσει την προσοχή σε εργασίες ή κατά τη διάρκεια συζητήσεων.
- Φαίνεται να μην ακούει όταν του/της μιλούν απευθείας.
- Δυσκολία να οργανώσει εργασίες και δραστηριότητες (π.χ. διαχείριση χρόνου, προτεραιοτήτων).
- Αποφεύγει ή διστάζει να ασχοληθεί με καθήκοντα που απαιτούν συνεχή πνευματική προσπάθεια.
- Χάνει αντικείμενα που είναι απαραίτητα για εργασία ή δραστηριότητες (κλειδιά, έγγραφα, κινητό).
- Αποσπάται εύκολα από εξωτερικά ερεθίσματα.
- Συχνά ξεχνά καθημερινές υποχρεώσεις.
- Συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας (Hyperactivity/Impulsivity):
- Αίσθηση εσωτερικής ανησυχίας ή δυσκολία να παραμείνει ήρεμος/ήρεμη σε καταστάσεις που απαιτούν καθιστική στάση.
- Μιλά πολύ ή διακόπτει τους άλλους σε συζητήσεις.
- Δυσκολία να περιμένει τη σειρά του/της ή να ακολουθήσει κοινωνικούς κανόνες αναμονής.
- Παρεμβαίνει ή διακόπτει άλλους σε συζητήσεις ή δραστηριότητες.
- Λαμβάνει αποφάσεις γρήγορα χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες (παρορμητικότητα).
Σημείωση για ενήλικες:
- Η υπερκινητικότητα εκδηλώνεται συχνά ως εσωτερική ανησυχία, ανάγκη για δραστηριότητα ή δυσκολία να χαλαρώσει, όχι τόσο ως τρέξιμο ή αναστάτωση όπως στα παιδιά.
- Η διάγνωση απαιτεί επιβεβαίωση ότι τα συμπτώματα υπήρχαν πριν τα 12 έτη και επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα (δουλειά, σχέσεις, καθημερινότητα).
Dr. Μήτσιου – Δάκτυλα Γλυκερία