Η βία και η επιθετική συμπεριφορά μαθητών Ε’ και ΣΤ’ τάξης στο ελληνικό σχολικό περιβάλλον

Η βία και η επιθετική συμπεριφορά μαθητών Ε’ και ΣΤ’ τάξης στο ελληνικό σχολικό περιβάλλον

Η βία και η επιθετική συμπεριφορά μαθητών Ε’ και ΣΤ’ τάξης στο ελληνικό σχολικό περιβάλλον 1500 1000 Μήτσιου Center

Δάκτυλα Στυλιανή1, Δάκτυλας Κωνσταντίνος2, Πάσχου Αγγελική3, Αναστασίου Αναστασία4 , Μήτσιου – Δάκτυλα Γλυκερία3.

  1. Σχολή Ψυχολογίας ΑΠΘ
  2. Ειδικές Θεραπείες Μήτσιου Center
  3. Eκπαίδευση – Δρ. Νευροψυχολογίας Παν. Θεσσαλίας
  4. Παιδίατρος, Αχιλλοπούλειο νοσοκ. Βόλου

Έρευνα που ανακοινώθηκε σε Πανελλήνιο και Πανευρωπαικό Συνέδριο

 Εισαγωγή: Το φαινόμενο της επιθετικότητας είναι ιδιαίτερα παλιό σε ομάδες συνομηλίκων, με τη μορφή σωματικής, λεκτικής βίας ή αποκλεισμού από την ομάδα, και διακρίνεται σε τρείς κατηγορίες, την παρορμητική, την εχθρική και τη συντελεστική (κοινωνική – αντικοινωνική) επιθετικότητα. Ειδικότερα η παιδική επιθετικότητα, ως μία μορφή κοινωνικά ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, που εκδηλώνεται στο σχολικό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, προκαλεί συνήθως οδυνηρές συνέπειες όχι μόνο στα άτομα που αυτή απευθύνεται, αλλά είναι συχνά επιζήμια και για τα άτομα που την προκαλούν, για το λόγο ότι καθιστά προβληματική τη διαδικασία της κοινωνικοποίησής τους (Κυπριωτάκης, 2000).Η βία στο σχολείο ορίζεται ως «η επιβολή της βούλησης ενός μέρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε κάποιο άλλο και η πρόκληση ζημιάς ή βλάβης. Οι μορφές της σχολικής βίας είναι η σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, λεκτική βία και ο βανδαλισμός. Ο όρος ‘σχολικός εκφοβισμός’ (bullying), παρόλο που αφορά τη βία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο τείνει να χρησιμοποιείται ως συνώνυμος με την σχολική βία. Η ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, δείχνει ότι τα τελευταία 15-20 χρόνια, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, παρατηρείται πραγματική έξαρση όσον αφορά στην εμφάνιση φαινομένων, τα οποία περιλαμβάνουν την εκδήλωση μορφών προβληματικής συμπεριφοράς, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Αυτές οι μορφές προβληματικής συμπεριφοράς περιλαμβάνουν κυρίως την εκδήλωση βίας και επιθετικότητας (π.χ. Haynes & Chalker, (1999) Olweus, (1995) Shen, (1997) Stromquist & Vigil, 1996 κ.ά.). Σκοπός της έρευνας: είναι η μελέτη της επιθετικής συμπεριφοράς των παιδιών στο σχολικό περιβάλλον, η ανάδειξη της μορφής επιθετικότητας που επικρατεί (σωματική βία, λεκτική βία, αγένεια) και η διαφορά εμφάνισης αυτής της συμπεριφοράς ανάμεσα στα δύο φύλα. Δείγμα – Μεθοδολογία: Οι συμμετέχοντες στην έρευνα είναι μαθητές Δημοτικού σχολείου. Συνολικά μελετήθηκαν 127 παιδιά, οι οποίοι φοιτούσαν στην Ε’ τάξη  (61 παιδιά-30 αγόρια και 31 κορίτσια) και Στ’ τάξη (66 παιδιά-34 αγόρια και 32 κορίτσια) δημόσιων Δημοτικών Σχολείων στην Ελλάδα. Χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο της γονικής συμπεριφοράς, του Buri,J.R.(1991).Parental Authority Questionnaire,Journal of Personality and Social Assessment,57,110-119. Καταλήξαμε σε 13 μορφές επιθετικής συμπεριφοράς (Σακονίδης,1996,Herbert 1998β του Buri,(1991). Το συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο απευθύνεται σε παιδιά του Δημοτικού Σχολείου, περιλαμβάνει 38 ερωτήσεις – προτάσεις  σχετικά με την εκδήλωση διαφόρων μορφών επιθετικής συμπεριφοράς, που εκδηλώνονται εντός του χώρου του σχολείου (σωματική βία, λεκτική βία, έμμεση επιθετικότητα με αποδέκτες συμμαθητές και δασκάλους, αγένεια, απειλές-εκφοβισμός, άμεσος και έμμεσος κοινωνικός αποκλεισμός). Αποτελέσματα – Συμπεράσματα: Κατά την επεξεργασία των απαντήσεων των παιδιών του δείγματος, μελετώντας τη σχέση ανάμεσα στο φύλο των παιδιών και την συνολική επιθετική συμπεριφορά, διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών (p=0.003) ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά στην εκδήλωση συνολικής επιθετικότητας.

Συγκεκριμένα, τα αγόρια βρέθηκαν να είναι πιο επιθετικά συγκριτικά με τα κορίτσια.

Μέσος Όρος(Τυπική Απόκλιση) Αγόρια:54.48, Κορίτσια:49.46 (Total)boys=(10.78) girls=(7.93) t = 2.988 p=0.003 (πίνακας 1).

Μελετώντας τη σχέση  ανάμεσα στο φύλο των παιδιών και την εκδήλωση σωματικής βίας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά στην εκδήλωση σωματικής βίας (p>0.001) με τα αγόρια να σημειώνουν μεγαλύτερα ποσοστά σωματικής βίας συγκριτικά με τα κορίτσια. Αναλυτικότερα, βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα στην ερώτηση 1 (p=0.001), την ερώτηση 15 (p>0.001) και την ερώτηση 38 (p>0.001), ενώ δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην ερώτηση 28 (p=0.406) (πίνακας 2). Συνεχίζοντας τη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στο φύλο των παιδιών και την εκδήλωση λεκτικής επιθετικότητας και λεκτικής βίας, εκ του συνόλου του δείγματος, διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p=0.009) ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά την εκδήλωση  συνολικής λεκτικής επιθετικότητας. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p=0.014) ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά την ερώτηση 3. (πίνακας 3 & 4).

Και στις δύο περιπτώσεις, τα αγόρια είχαν μεγαλύτερο ποσοστό λεκτικής επιθετικότητας συγκριτικά με τα κορίτσια. Ως προς την εκδήλωση Λεκτικής Βίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών (p=0.002) ανάμεσα στα δύο φύλα, με τα αγόρια να παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα λεκτικής βίας συγκριτικά με τα κορίτσια. Ως προς την τάση των παιδιών να ‘’καρφώνουν’’ βρέθηκαν λοιπόν, στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο φύλων όσον αφορά στην τάση τους να ‘καρφώνουν’ – ‘αποκαλύπτουν’ τα μυστικά των άλλων. Συγκεκριμένα, τα αγόρια παρουσίασαν υψηλότερη τάση συγκριτικά με τα κορίτσια στην ερώτηση 14 (p=0.001), την ερώτηση 19 (p>0.001) και τη συνολική τάση να ‘καρφώνουν’ (total, p=0.012) (πίνακας 5).

Ως προς την έμμεση επιθετικότητα, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα με αποδέκτες συμμαθητές. Μοναδική εξαίρεση είναι η ερώτηση 10, στην οποία τα αγόρια βρέθηκαν να εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά έμμεσης επιθετικότητας συγκριτικά με τα κορίτσια (p=0.034), ενώ διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ανάμεσα στις δύο ηλικιακές ομάδες παιδιών (p=0.023), με τα παιδιά της Στ’ τάξης να εμφανίζουν μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης συγκριτικά με τα παιδιά της Ε’ τάξης.

Επίσης, στην ερώτηση 10, τα παιδιά της Στ’ τάξης βρέθηκαν να εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά έμμεσης επιθετικότητας με αποδέκτες συμμαθητές συγκριτικά με τα παιδιά της Ε’ τάξης (p=0.007). Στην έμμεση επιθετικότητα με αποδέκτες δασκάλους και σχολείο -και  εκδήλωση αγένειας
δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p>0.05) ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο φύλων όσον αφορά στην εκδήλωση άμεσης επιθετικότητας με αποδέκτες τους εκπαιδευτικούς και το σχολείο, δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p=0.208) ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο φύλων όσον αφορά στην εκδήλωση αγένειας. (πίνακας 6 , 7, 8, 9).

Στη σχέση ανάμεσα στο φύλο των παιδιών- στις δύο ομάδες των παιδιών και την εκδήλωση απειλητικής – εκφοβιστικής συμπεριφοράς Δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα (p>0.05). (πίνακας 10).

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η ερώτηση 18 (p=0.001), στην οποία τα αγόρια ανέφεραν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα επίπεδα απειλητικής – εκφοβιστικής συμπεριφοράς συγκριτικά με τα κορίτσια.

Επίσης, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ανάμεσα στις δύο ηλικιακές ομάδες παιδιών όσον αφορά στην εκδήλωση απειλητικής – εκφοβιστικής συμπεριφοράς (p=0.353).

Αντίθετα, στις ερωτήσεις 18 και 31 διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ως προς την ηλικία και, συγκεκριμένα, τα παιδιά της Στ’ τάξης ανέφεραν μεγαλύτερη συχνότητα εκδήλωσης απειλητικής – εκφοβιστικής συμπεριφοράς συγκριτικά με τα παιδιά της Ε’ τάξης (p=0.031) και ΣΤ’ τάξης (p=0.016).

Ως προς την εκδήλωση χειρονομιών βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p>0.001) ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο φύλων όσον αφορά στην εκδήλωση χειρονομιών. (πίνακας 11)

Συγκεκριμένα, τα αγόρια ανέφεραν μεγαλύτερη συχνότητα εκδήλωσης χειρονομιών συγκριτικά με τα κορίτσια.

Επίσης δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p>0.05) στη σχέση ανάμεσα στο φύλο των παιδιών και την ενόχληση δασκάλου. (πίνακας 12). Ως προς τον Έμμεσο – άμεσο Κοινωνικό Αποκλεισμό, δε διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών (p>0.05) ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο φύλων όσον αφορά στον έμμεσο και άμεσο κοινωνικό αποκλεισμό και  δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (p>0.05) ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο φύλων όσον αφορά στην εκδήλωση απρεπούς συμπεριφοράς σε δασκάλους και συμμαθητές. (πίνακας 13,14,15,16).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ: Όπως προκύπτει από την στατιστική επεξεργασία των απαντήσεων των υποκειμένων της έρευνας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη στατιστικά σημαντικών διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς.

Συγκεκριμένα, τα αγόρια βρέθηκαν να είναι πιο επιθετικά συγκριτικά με τα κορίτσια όσον αφορά στη συνολική επιθετικότητα (p=0.003), τη σωματική επιθετικότητα (p=0.002) και τη λεκτική βία (p=0.012), αντίθετα, δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά στην εκδήλωση έμμεσης επιθετικότητας (p=0.098), αγένειας (p=0.435), απειλών-εκφοβισμού (p=0.059) και κοινωνικού αποκλεισμού (p=0.288). Τα παιδιά αποτελούν τα θύματα και τους θύτες μιας ευρύτατα διαχυμένης κοινωνικά καθημερινής βίας.

Εντός του οικογενειακού πλαισίου, πολλά παιδιά αποτελούν μάρτυρες ή  θύματα γονεϊκής κακομεταχείρισης και κακοποίησης.

Στο ευρύτερο κοινοτικό πλαίσιο βιώνουν τη βία στις γειτονιές ή τα σχολεία.

Στο γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο εκτίθενται καθημερινά σε ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα βίας, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, τις εφημερίδες, στο διαδίκτυο, τη μουσική κ.λπ. Η βία αποτελεί στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες έναν διαχρονικό παράγοντα, στον οποίο τα παιδιά εκτίθενται από τη βρεφική περίοδο ως και την ενηλικίωση.

Το γεγονός αυτό έχει σοβαρές συνέπειες για την γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους.

Οι συνέπειες της βίας είναι ποικίλες, όπως οι διαταραχές ύπνου, το άγχος, η ευερεθιστικότητα, η απόσυρση, η αδυναμία εστίασης και προσοχής, η σχολική αποτυχία κ.λπ. (Flores, 2005).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρτινοπούλου, Β. (2001). Βία στο σχολείο: Έρευνες και πολιτικές στην Ευρώπη. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Κυπριωτάκης, Α. (2000). Τα ειδικά παιδιά και η αγωγή τους. Aθήνα.

Flores, R.L. (2005). Developmental aspects of school violence. In F. Denmark, U.,Gielen, H.H. Krauss, E. Midlarsky & R. Wesner (Eds.), Violence in schools: Cross-Ntional and Cross-Cultural Perspectives (pp. 75-84). Springer.

.Haynes, R. M., & Chalker, D. M. (1999). A national of violence. The American School Board Journal, 186, 22-25. Olweus, D. (1996). Bully-victim problems in school. Prospects, 26, 331-359.

Olweus, D. (1995). Peer abuse or bullying at school: Basic facts and a school-based program. Prospects, 25, 133-139.

Stromquist, N., & Vigil, J. D. (1996). Violated in schools in the United States of America. Prospects, 26, 361-382.

Χατζηβασιλειάδης, Γ. Ι. (2005). Αίτια και παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς φιλάθλων σε εθνικά επαγγελματικά και ερασιτεχνικά πρωταθλήματα της Ελλάδας. Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, Τομέας Ανθρωπιστικών Σπουδών.

 Ζάχαρης, Δ. Γ. (2003). Επιθετικότητα και αγωγή. Αθήνα: Γρηγόρη.

Κυπριωτάκης, Α. (2000). Τα ειδικά παιδιά και η αγωγή τους. Aθήνα.

Μάνος, Κ. Γ. (1990). Ψυχολογία του εφήβου. Αθήνα: Γρηγόρη.

Πατεράκη, Λ. και συν. (2001). Το φαινόμενο του «εκφοβισμού» στο Δημοτικό Σχολείο: Εμπειρικά ευρήματα. Στο: Ν. Πετρόπουλος (Επιμ.), Προκλήσεις στη Σχολική Κοινότητα. Αθήνα

Πατήστε ΕΔΩ για να δείτε το παράρτημα πινάκων.