Στυλιανή Δάκτυλα¹, Κωνσταντίνος Δάκτυλας¹, Γλυκερία Μήτσιου- Δάκτυλα¹-², Αναστασία Αναστασίου¹-³ .
ΜΕΛΕΤΗ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ ΣΕ ΠΑΝΕΛΛΉΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 2012
Εισαγωγή: Το Πένθος είναι η επώδυνη, φυσιολογική διαδικασία της επεξεργασίας μιας απώλειας, που αποσκοπεί στην προσαρμογή και την εναρμόνιση της εσωτερικής με την εξωτερική μας κατάσταση απέναντι σε μια νέα πραγματικότητα. (Μπουκαι, Χ. “Ο δρόμος των δακρύων”). Η λέξη πένθος (bereavement) αναφέρεται στην απώλεια και στην αποστέρηση. Η λέξη θρήνος (grief) αναφέρεται στην οδύνη στον ψυχικό πόνο που βιώνει ο επιζών στη διάρκεια του πένθους. Αν μπορούσαμε να σχεδιάσουμε την καμπύλη του πένθους, θα είχαμε μια πρώτη οξεία φάση ανοιχτού και βίαιου αυθορμητισμού μέχρι τον 13° αι. περίπου, μια μακρύτερη φάση εγκαθίδρυσης μιας ιεροτελεστίας, μέχρι το 18° αι. και ύστερα, τον 19° αι., μια περίοδο εξωραϊσμένου πόνου. “Παλαιότερα, ο θάνατος ήταν μια τραγωδία – συχνά κωμική — όπου κάποιος υποδυόταν ότι πρόκειται να πεθάνει. Σήμερα, ο θάνατος είναι μια κωμωδία – πάντα δραματική – όπου κάποιος παριστάνει ότι δεν ξέρει πως πρόκειται να πεθάνει”. Το οικογενειακό σύστημα επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο θα βιωθεί το πένθος, η θλίψη των μελών της οικογενείας. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα παιδιά θα έπρεπε να προστατεύονται από συζητήσεις σχετικά με το θάνατο. Η αντίδραση του παιδιού στο θάνατο είναι μια συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως η ηλικία του παιδιού, κατά πόσο το παιδί είναι προετοιμασμένο και καταλαβαίνει τις διαφορές μεταξύ ζωής και θανάτου, η στάση των γονιών του απέναντι του και τέλος από την ίδια τη στάση των γονιών απέναντι στο θάνατο.
Σκοπός: της έρευνάς μας είναι να διερευνήσουμε α) τη στάση και τη σχέση των γονέων με το θάνατο, β) η πρώτη τους επαφή – βιώματα, συναισθήματα, σκέψεις, γ) ενημερώθηκαν νωρίς ηλικιακά για το θάνατο και πως; δ) εκείνοι ως γονείς ενημερώνουν τα παιδιά τους για το θάνατο;
Δείγμα – Μεθοδολογία: Επιλέξαμε τη χρήση Ερωτηματολογίου με 22 ερωτήσεις ανοιχτού τύπου. Ακολουθήσαμε τη μέθοδο της δομημένης ή τυποποιημένης μορφής συνέντευξης. Οι 5 πρώτες ερωτήσεις αφορούσαν τη συγκέντρωση των δημογραφικών πληροφοριών του δείγματος, οι υπόλοιπες χωρίστηκαν σε τρείς ενότητες, η πρώτη αφορούσε την επαφή του γονέα με το θάνατο κατά την παιδική ηλικία, η δεύτερη, τις διεργασίες του πένθους, η Τρίτη, τη σχέση των παιδιών τους με το θάνατο. Το ερωτηματολόγιο χορηγήθηκε σε 30 ζεύγη γονέων παιδιών προσχολικής και Πρώτης Σχολικής ηλικίας. Εκ του συνόλου του δείγματός μας το 50% γεννήθηκε και ζούσαν σε αστική περιοχή και το 50% γεννήθηκε και ζούσε σε ημιαστική περιοχή. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα είναι γονείς μαθητών που φοιτούσαν σε νηπιαγωγεία και σε δημοτικά σχολεία αστικής και ημιαστικής περιοχής της Θεσσαλίας. Η ηλικία των γονέων κυμάνθηκε από 24 έως 38 χρόνων με καλό μορφωτικό επίπεδο. Όλοι ήταν εργαζόμενοι στο δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο. Η μέθοδος της συνέντευξης απέδειξε ότι οι γονείς σ’ αυτή τη μορφή επικοινωνίας χρησιμοποίησαν καθορισμένους μηχανισμούς άμυνας. Οι ερωτώμενοι, όταν επρόκειτο να αποκαλύψουν ότι έχουν χάσει κάποιο σημαντικό πρόσωπο γι’ αυτούς από τη ζωή, αρχικά δίσταζαν να μας απαντήσουν και η αμηχανία τους εκδηλωνόταν τόσο λεκτικά όσο και εκφραστικά (κόμπιασμα, σταύρωμα χεριών, νευρικότητα). Εκείνο που επίσης προέκυψε ήταν η επιβεβαίωση και η γνώμη που προσπαθούσαν ν’ αποσπάσουν από εμάς. Όπως αναφέρει και η Δ. Ναζίρη, σε έρευνα για την ημικατευθυνόμενη συνέντευξη: Ή συμμετοχή των υποκειμένων στην έρευνα φαίνεται να εξαρτάται εν πολλοίς από δευτερογενή οφέλη που προσδοκούν συνειδητά και ασυνείδητα ν’ αποσπάσουν από τη συνάντηση τους με τον ερευνητή.
Η ανάλυση της επικοινωνιακής συμπεριφοράς των ατόμων που πήραν μέρος στη συνέντευξη, παρατηρώντας συστηματικά τόσο τη συμπεριφορά τους όσο και τα λεγόμενα τους, σε υλικό ανάλυσης περιεχομένου, ήταν αρκετά δύσκολη. Το κύριο μέρος, τον κορμό της έρευνας αποτέλεσε η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων. Η διατύπωση των αποτελεσμάτων έγινε πολύ προσεκτικά ώστε να παραμείνουν ακριβή όλα εκείνα τα στοιχεία που ειπώθηκαν από τους γονείς.
Αποτελέσματα: – Συμπεράσματα: Οι γονείς στο σύνολο τους, κατά την περίοδο της παιδικής τους ηλικίας, ήρθαν όλοι αντιμέτωποι με το θάνατο σε ποικίλες περιπτώσεις. Από τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε, προέκυψε ότι οι γονείς στην πλειοψηφία τους, πιστεύουν ότι ο θάνατος ενός παππού, αδελφού, γιαγιάς ή γείτονα είναι το σημαντικότερο γεγονός θανάτου που έζησαν στην παιδική τους ηλικία και το θυμούνται έντονα μέχρι σήμερα, εξαιτίας κάποιων ειδικών τελετουργικών ενεργειών. “Όταν πέθανε η γιαγιά μου, ήμουν 6 ετών. Θυμάμαι που την είχανε δεμένη στο κρεβάτι, πεθαμένη. Της δέσανε τα πόδια και το λαιμό και η μητέρα μου έκλαιγε. ” Το 1/3 των γονιών αναφέρει ότι η πρώτη επαφή με το θάνατο ήταν σε ηλικία 7-12 ετών. Ένα μέρος του δείγματος των γονέων αναφέρει ότι η πρώτη απώλεια, κατά την περίοδο της παιδικής τους ηλικίας, είχε να κάνει με το θάνατο κάποιου ζώου. “Ήμουν 8 ετών, είχα ένα πουλάκι και πέθανε. Έκλαιγα πολύ για μια βδομάδα. “Από την ανάλυση των απαντήσεων προέκυψε, ότι ανεξάρτητα με τη βαρύτητα του πένθους, το πρώτο περιστατικό θανάτου στη ζωή ενός ανθρώπου παίζει καθοριστικό ρόλο. Από τις μαρτυρίες, του δείγματος προκύπτει ότι από την παιδική τους ηλικία οι γονείς θυμούνται – έστω και νωθρά – την πρώτη εμπειρία θανάτου, είτε γιατί το γεγονός ήταν αναπάντεχο και δυσυπόφερτο για την οικογένεια, είτε γιατί οι συνθήκες του θανάτου ήταν τραγικές ή γιατί απλά οι μνήμες αυτές διατηρήθηκαν. . Συγκεκριμένα, σχεδόν όλοι, είχαν την εντύπωση και πίστευαν με το παιδικό τους μυαλό ότι ο θάνατος συνδέεται μόνο με τους ηλικιωμένους ανθρώπους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα μεγάλο μέρος του δείγματος δήλωσε ότι βίωσε την πρώτη εμπειρία θανάτου περισσότερο από τη θέση του εξωτερικού παρατηρητή, ως μια κατάσταση ξένη προς αυτούς. Ταυτόχρονα όμως προσπαθούσαν να κατανοήσουν τι ακριβώς συμβαίνει, μέσα από τις εκφράσεις και τα συναισθήματα των άλλων Αντιθέτως, υπάρχουν και μαρτυρίες γονέων στους οποίους δεν επετράπη να βιώσουν το πένθος. Εκφράζουν ένα συναισθηματικό κενό για την περίοδο εκείνη Ειδικότερα, προέκυψε από τις αναλύσεις των απαντήσεων, ότι: οι γονείς, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε χωριό, κωμόπολη ή πόλη, συμμετείχαν σε τελετουργίες – κηδείες από πολύ νεαρή ηλικία, 6-12 ετών, οι οποίες αναφερόταν σε απώλεια στενού συγγενικού προσώπου ή σε απώλεια φίλου ή γείτονα.
Οι άνθρωποι που προέρχονται από επαρχιακές πόλεις και χωριά, είναι εκείνοι που έχουν τις περισσότερες παραστάσεις τέτοιου είδους. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι ο μέσος όρος της ηλικίας που οι άνθρωποι έρχονται σ’ επαφή με τέτοιου είδους τελετουργικά, έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα και με σχετικές μελέτες που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια.
Όσον αφορά την ενημέρωση του δείγματος στην περίοδο της παιδικής ηλικίας από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, προκύπτει ότι οι μισοί από αυτούς δεν είχαν ενημερωθεί καθόλου για το θάνατο. Αυτός ήταν και ο λόγος που ξεκίνησε και η προσωπική τους αναζήτηση για την κατανόηση της έννοιας μετά από ένα περιστατικό θανάτου.
“Όχι, δεν μας είχε μιλήσει κανείς, ακόμα και μετά το θάνατο της γιαγιάς. ”
Το υπόλοιπο δείγμα δηλώνει, ότι υπήρχε κάποια σχετική συζήτηση, είτε σε καθημερινή βάση, είτε εκ των υστέρων, με αφορμή κάποιο περιστατικό Πολύ μικρό ήταν εκείνο το δείγμα γονέων, που δήλωσε ότι υπήρξε ουσιαστική ενημέρωση και υποστήριξη τη στιγμή που έπρεπε να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο γεγονός. Ακόμη και τα πολύ μικρά παιδιά μπορούν να κατανοήσουν ότι ο θάνατος είναι ένα φαινόμενο μόνιμο, αμετάκλητο, ότι συμβαίνει σ’ όλους τους οργανισμούς που έχουν ζωή, ότι υπάρχει κάποια αιτία που συμβαίνει, που προκαλείται και ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους νεκρούς και στους ζωντανούς σε πολλά σημεία. Ο Wolfenstein λέει ότι δεν μπορεί να υπάρξει πένθος πριν την περίοδο της εφηβείας. Και όμως τα παιδιά όλων των ηλικιών μπορούν και έχουν το δικαίωμα να πενθήσουν. Σύμφωνα λοιπόν με τον Βowlby τα παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας μπορούν να πενθήσουν και να περάσουν τα στάδια του πένθους όπως οι ενήλικες, με τη μόνη διαφορά ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης παθολογικών αντιδράσεων πένθους. Ο θρήνος μπορεί να παραταθεί στα παιδιά και αυτό γιατί δεν τους δίνεται η ευκαιρία να καταλάβουν την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τους Pettle – Michael & Landown ένα μεγάλο ποσοστό από τα παιδιά που χάνουν τα αδέλφια τους έχουν συναισθηματικά προβλήματα, προβλήματα συμπεριφοράς, χαμηλή αυτοεκτίμηση, προβλήματα επίδοσης και συμπεριφοράς στο σχολείο. Από τις απαντήσεις των γονέων που μας δόθηκαν για τα στάδια της διεργασίας του πένθους, διαπιστώσαμε ότι: εκείνοι οι οποίοι βίωσαν και τα τέσσερα στάδια: α) Άρνηση, β) Διαμαρτυρία, γ) Κατάθλιψη, δ)Προσαρμογή της διεργασίας του πένθους, ένιωθαν μια αγαλλίαση και ανακούφιση όταν μας μιλούσαν για το αγαπημένο τους πρόσωπο που πέθανε. Τέλος, γονείς οι οποίοι βίωσαν τρία από τα τέσσερα στάδια της διεργασίας του πένθους, εκτός της διαμαρτυρίας, μιλούν με ενοχές και τύψεις για το άτομο που πέθανε. Θεωρούν κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό τους υπεύθυνο που δεν μπόρεσαν να μιλήσουν στα άτομα αυτά όταν ήταν στη ζωή, γι’ αυτό και σε κάποιο βαθμό δεν έχουν ακόμα ξεπεράσει το θάνατο τους. Το πιο φοβερό ίσως πράγμα που μπορεί να συμβεί σ’ ένα παιδί είναι ο θάνατος ενός γονιού. Τα περισσότερα παιδιά αισθάνονται σαν να έχει τελειώσει η δική τους ζωή. Ακόμη και παιδιά που δεν μιλούν άρα δεν μπορούν να εκφραστούν με το λόγο, αντιμετωπίζουν την απώλεια αντιδρώντας με το σώμα τους. Παιδιά που είχαν προηγουμένως κατακτήσει τον έλεγχο, των σφιγκτήρων παρουσιάζουν ενούρηση — εγκόπριση, χάνουν την όρεξη τους, δεν μπορούν να κοιμηθούν, είναι ανήσυχα, χάνουν την κινητικότητα τους, είναι επιρρεπή στις λοιμώξεις, γαντζώνονται στον γονιό που ζει και αρνούνται να τον αποχωριστούν. Οι αντιδράσεις λοιπόν των βρεφών και μικρών παιδιών είναι πιο πολύ σωματικές και λιγότερο καταθλιπτικές. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας μπορούν να κατανοήσουν πιο εύκολα τις αλλαγές που επιφέρει ο θάνατος. Η συνηθισμένη αντίδραση εδώ είναι μέσα από την κινητικότητα και από τις συχνές διαταραχές της συμπεριφοράς. Παιδιά που έχασαν γονιό έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν ψυχιατρικές διαταραχές. Αργότερα ως ενήλικα άτομα πλέον είναι πιο ευάλωτα σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό να εμφανίσουν κατάθλιψη, άγχος, να κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας. Από τη στιγμή που μαθαίνεις ότι η μητέρα σου ή ο πατέρας σου έχει πεθάνει, όλοι γύρω σου προσπαθούν να σου πουν πώς να αισθανθείς, τι να κάνεις. Ο καθένας βέβαια με τη γνώμη του. Όταν πεθάνει ένας γονιός πολλά παιδιά μπορούν να τον δουν καθαρά στη φαντασία τους. Είναι εύκολο να θυμηθούν τις ευχάριστες στιγμές που πέρασαν μαζί του. Μετά από λίγο καιρό όμως όσο και αν προσπαθούν δεν μπορούν να θυμηθούν. Αυτό το γεγονός μπορεί να κάνει τα παιδιά να αισθανθούν μεγάλη λύπη και μοναξιά. Το σβήσιμο των αναμνήσεων συμβαίνει περίπου τον ίδιο καιρό που αποδέχονται αληθινά τον θάνατο. Αργότερα θα τον θυμούνται και πάλι, ίσως πιο καθαρά, πιο σταθερά. Η διαφορά τώρα είναι ότι θυμούνται περισσότερο συναισθήματα παρά τα πρόσωπα.
Σχεδόν το μισό ποσοστό του δείγματος πιστεύει πως η σιωπή είναι η καλύτερη λύση. Ένα άλλο ποσοστό του δείγματος, δεν μιλούν στα παιδιά γιατί πιστεύουν ότι δεν γνωρίζουν αρκετά γι’ αυτό το θέμα και φοβούνται μην πουν κάτι λάθος και χειροτερέψει τα πράγματα. Ένα μικρό μέρος του δείγματος, δυσκολεύονται συναισθηματικά να αναφερθούν στο θάνατο, φοβούνται ότι μπορεί να μεταδώσουν τις ανησυχίες και τους φόβους στα παιδιά τους. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν γιατί πιστεύουν ότι σπάνια ο θάνατος μπορεί να αγγίξει την ψυχή ενός παιδιού. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι, οι γονείς, προκειμένου να καλύψουν τις προσωπικές τους ανασφάλειες και αδυναμίες έκφρασης, οδηγούνται σε μυθοπλασίες και παρερμηνείες όταν καλούνται από τα παιδιά τους να δώσουν εξηγήσεις.
Σ’ αυτό το σημείο είναι σημαντικό ν’ αναφέρουμε, ότι παρά το γεγονός ότι συχνά ως κοινωνία εκθέτουμε τα παιδιά καθημερινά στην έννοια του θανάτου και μάλιστα στην πιο εξτρεμιστική της μορφή (βία των ΜΜΕ), την ίδια στιγμή προσπαθούμε να τα προστατέψουμε από ένα θλιβερό πραγματικό, καθημερινό γεγονός, όπως είναι ο θάνατος, με το να αποφεύγουμε ακόμη και την αναφορά σ’ αυτόν.
- Ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα και βρίσκεται και στη ζωή των παιδιών.
- Υπάρχει, τον αναφέρουν τα παραμύθια,
- τον βλέπουν στην τηλεόραση,
- αποτελεί μέρος του παιχνιδιού τους,
- τον συναντούν ολοένα και περισσότερο στον πραγματικό κόσμο.
- Η πεποίθηση λοιπόν ότι η σιωπή μπορεί να προστατέψει τα παιδιά είναι μια ψευδαίσθηση.
Απαραίτητη η θεραπεία gestalt
- Η Θεραπεία Gestalt δεν περιορίζεται μόνο στους ενήλικες.
- Επεκτείνει το θεραπευτικό του ρόλο και στο χώρο των παιδιών και των εφήβων.
- Το 1969 και το 1971 εκδόθηκαν βιβλία σχετικά με τη θεραπεία Gestalt στα παιδιά.
- Το 1978-1988 εμφανίζεται το βιβλίο της Violet Oaklander, ένα βιβλίο σημαντικό εργαλείο στο χώρο της θεραπείας Gestalt για παιδιά και εφήβους.
- Η Θεραπεία Gestalt δεν περιορίζεται μόνο στους ενήλικες.
- Επεκτείνει το θεραπευτικό του ρόλο και στο χώρο των παιδιών και των εφήβων.
- Το 1969 και το 1971 εκδόθηκαν βιβλία σχετικά με τη θεραπεία Gestalt στα παιδιά.
- Το 1978-1988 εμφανίζεται το βιβλίο της Violet Oaklander, ένα βιβλίο σημαντικό εργαλείο στο χώρο της θεραπείας Gestalt για παιδιά και εφήβους.
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ: Η διαχείριση του θανάτου από την 11χρονη Β.
Η Β. ήταν 11 ετών όταν πέθανε ο παππούς της με τον οποίον είχε πολύ στενή σχέση. Οι γονείς πίστευαν ότι η Β. θα εκδήλωνε μεγάλη στενοχώρια. Πράγματι στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά δεν ήθελε να το δείχνει. Λίγες εβδομάδες αργότερα η Β. άρχισε να αρνείται συστηματικά το φαγητό. Προσπάθησαν να συμβουλευτούν κάποιον ειδικό, αλλά η Β. αρνιόταν. Υπέθεσαν ότι επρόκειτο για αντίδραση σε σχέση με τον θάνατο του παππού, αλλά δεν κατανοούσαν αυτή την εμμονή της και βέβαια δεν μπόρεσαν να την μεταπείσουν γι’ αυτό και ενημέρωσαν την δασκάλα με την οποία η Β. είχε μία πολύ καλή σχέση. Η δασκάλα άρχισε να την πλησιάζει και ξεκίνησε μία σειρά συζητήσεων μαζί της. Τελικά την έπεισε και η Β. ξεκίνησε συνεδρίες ατομικής ψυχοθεραπείας
Στην έκτη συνεδρία η Β. είπε τον λόγο για τον οποίο αρνιόταν να φάει: ο παππούς πέθανε γιατί ήταν μεγάλος. Αυτή ήταν η εκλογικευμένη εξήγηση που της έδωσαν οι γονείς της (και δίνεται συνήθως) για να δικαιολογήσουν τον θάνατο του παππού και να μπορέσουν πιο εύκολα να τον αποδεχτούν και εκείνοι και το παιδί. Στην φαντασία / υποσυνείδητο της Β. όμως το μεγαλώνω συνδέθηκε με το θάνατο. Έτσι αρνιόταν να φάει για να μην μεγαλώσει και πεθάνει. Η συνειδητοποίηση του ανεπίστρεπτου του θανάτου μετά την απώλεια του παππού, ήταν προφανώς ένα μεγάλο σοκ για την Β. Έξι μήνες εβδομαδιαίων ατομικών ψυχοθεραπειών(24 συνεδρίες) ήταν αρκετοί.
Η Β. άρχισε κανονικά να τρέφεται.
Η περίπτωση αυτή είναι χαρακτηριστική των «παράδοξων» αντιδράσεων που ο θάνατος ενός οικείου προσώπου μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά, αλλά και των συναισθημάτων που λανθάνουν και που η οικογένεια δεν μπορεί να διευκολύνει την έκφρασή τους.
Η παρέμβαση της δασκάλας είναι επίσης χαρακτηριστική, του τρόπου που ένας ευαισθητοποιημένος εκπαιδευτικός μπορεί να παρέμβει σε ζητήματα ψυχοσυναισθηματικής φύσης και να δράσει μάλιστα αποτελεσματικά.
Ο Ρόλος του Θεραπευτή είναι να βοηθήσει το παιδί
- να διαχωρίσει τον εαυτό του από αυτές τις εκτιμήσεις και την εσφαλμένη αντίληψη που έχει για τον εαυτό του,
- 2.να ανακαλύψει εκ νέου τον εαυτό του,
- να μάθει να εμπιστεύεται τον εαυτό του,
- να μάθει να διαχειρίζεται τις προσβολές και τα λεγόμενα του άλλου και να μην επηρεάζεται,
- να μάθει να αναγνωρίζει, να αποδέχεται, να εκφράζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις,
- να μπορεί να κάνει επιλογές και να επαναλαμβάνει τα θέλω και τις ανάγκες του,
- να ενδυναμώσει τις λειτουργίες επικοινωνίας και να ανανεώσει τη δική του επαφή με τις αισθήσεις, το σώμα και το νου.
Μπορούμε όμως να προλάβουμε ακόμη και να τροποποιήσουμε πολλές από τις παθολογικές αντιδράσεις του θρήνου παρεμβαίνοντας πριν τον θάνατο ή αμέσως μετά από αυτόν. Είναι σημαντικό για τα άτομα που θρηνούν να δεχτούν την βοήθεια κάποιου ειδικού, ενός κοινωνικού λειτουργού, ψυχολόγου, ψυχοθεραπευτή, ψυχίατρου. Η ψυχοθεραπεία είναι αποτελεσματική και έχει βοηθήσει αρκετούς ανθρώπους να ξεπεράσουν το πρόβλημα τους. Η ομαδική ψυχοθεραπεία, αλλά και οι ατομικές συνεδρίες βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν την αυτοπεποίθηση τους, γνωρίζοντας πως και οι άλλοι έχουν το ίδιο πρόβλημα και επηρεάζονται με παρόμοιο τρόπο από την απώλεια. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορεί να παίξουν καθοριστικό ρόλο για την προαγωγή ενός υγιούς πένθους αλλά και για την περαιτέρω εξέλιξη ενός παιδιού που πενθεί.
Απαραιτητη προυποθεση να ενημερώσουμε τα παιδιά με σαφήνεια και ειλικρίνεια για τον θάνατο. Τους μιλαμε γι’ αυτά που θέλουν να μάθουν, και τους δινουμε την ευκαιρία να εκφράσουν τις αντιλήψεις και τις σκέψεις τους. Πρέπει να τα βοηθήσουμε να χειριστούν τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους. Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβει ένα παιδί τα έντονα συναισθήματα που βιώνει λόγω της απώλειας οπως ειναι τα συναισθήματα της θλίψης, της οργής, της απόγνωσης, του θυμού, της αδικίας. Το παιδί θα πρέπει να αναγνωρίσει αυτό που συμβαίνει μέσα του.
Ενισχυουμε την προσπάθεια του να μνημονεύει το άτομο που πέθανε.
Τα παιδιά έχουν ανάγκη να θυμούνται το άτομο που πέθανε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη κάποιου ανθρώπου, το σημαντικό όμως είναι να δεχτούμε τις ιδέες που προέρχονται από το ίδιο το παιδί.
Είναι σημαντικό για τα παιδιά που πενθούν να τους δείξουμε ότι η ζωή τους δεν θα πάψει να είναι καλή και γεμάτη αγάπη. Για πολλά παιδιά ο θάνατος κάποιου κοντινού προσώπου μπορεί να είναι το τέλος της ευτυχίας τους, και ο ενήλικας είναι αυτός που πρέπει να μάθει στο παιδί ότι στη ζωή συναντούμε χαρούμενες στιγμές αλλά και στιγμές που μας προκαλούν λύπη. Καλο ειναι να εχουμε τη δυνατοτητα να απαντήσουμε στα ερωτήματα των παιδιών και στις απορίες τους για τη ζωή, την αρρώστια, τον θάνατο. Πρέπει να είμαστε παρατηρητικοί στους μη λεκτικούς και στους συμβολικούς τρόπους επικοινωνίας που χρησιμοποιεί το παιδί για να εκφράσει αυτό που νιώθει.
Μέσα από τις ζωγραφιές, το παιχνίδια, την όλη του συμπεριφορά.
Τα παιδιά συχνά μπορεί να επαναλαμβάνουν το ίδιο ερώτημα σε διαφορετικές στιγμές με διαφορετικούς τρόπους.
Με τα παιδιά που πενθούν πρέπει να έχουμε ιδιαίτερη υπομονή. Αλλωστε είναι μια ευκαιρία επικοινωνίας που μας τη δίνει το ίδιο το παιδί. Το καλύτερο είναι να είμαστε ειλικρινείς μαζί τους, να τους λέμε την αλήθεια, αλλά την αλήθεια που ζητάει να μάθει το παιδί τη δεδομένη χρονική στιγμή, που να είναι προσαρμοσμένη στην ηλικία του και στο επίπεδο εξέλιξης του. Οι απαντήσεις βέβαια είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες του κάθε παιδιού ξεχωριστά. Δεν υπάρχουν έτοιμες απαντήσεις τυποποιημένες που δίνονται σ’ όλα τα παιδιά. Αν δεν γνωρίζουμε κάτι, θα ήταν καλύτερο να του πούμε “δεν είμαι σίγουρος”, “δεν ξέρω”, παρά να του πούμε ψέματα.Είναι πολύτιμο γι αυτά τα παιδιά να είμαστε δίπλα τους, κοντά τους, πρόθυμοι, υποστηρικτικοί και όσο περισσότερο γίνεται πιο διαθέσιμοι.
Χωρίς αμφιβολία οι γονείς είναι εκείνοι που πρώτοι πρέπει να μιλήσουν στο παιδί τους για τον θάνατο. Δεν είναι λίγοι οι γονείς που πιστεύουν ότι η λέξη θάνατος αποτελεί ταμπού, όσο και οι λέξεις γύρω απ* αυτόν. Πιστεύουν πως η σιωπή είναι η καλύτερη λύση. Άλλοι πάλι δεν μιλούν στα παιδιά γιατί πιστεύουν ότι δεν γνωρίζουν αρκετά γι’ αυτό το θέμα και φοβούνται μην πουν κάτι λάθος και χειροτερέψει τα πράγματα. Άλλοι πάλι δυσκολεύονται συναισθηματικά να αναφερθούν στο θάνατο, φοβούνται ότι μπορεί να μεταδώσουν τις ανησυχίες και τους φόβους στα παιδιά τους.
Όλα αυτά όμως συμβαίνουν γιατί πιστεύουν ότι σπάνια ο θάνατος μπορεί να αγγίξει την ψυχή ενός παιδιού. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα και βρίσκεται και στη ζωή των παιδιών. Υπάρχει, τον αναφέρουν τα παραμύθια, τον βλέπουν στην τηλεόραση, αποτελεί μέρος του παιχνιδιού τους, τον συναντούν ολοένα και περισσότερο στον πραγματικό κόσμο.
Η πεποίθηση λοιπόν ότι η σιωπή μπορεί να προστατέψει τα παιδιά είναι μια ψευδαίσθηση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Black, D. (1994). Το πένθος. Στο Ι. Τσιάντης (Επμ.). Βασική Παιδοψυχιατρική. Ερευνητικά και κλινικά κείμενα. (σσ. 193-218). Τ.1 Αθήνα: Καστανιώτης.
- Black D. (1998) “Working with the effects of traumatic bereavement by uxoricide (spouse killing) on young children’s attachment behavior,” International Journal of Psychiatry in Clinical Practice vol 2(4): 245-9. 1998.
- Cohen, J.A. & Mannarino, A.P. (2004). Treatment of childhood traumatic grief, Journal of Clinical Child & Adolescent Psychology, 33, 820-832..
- Cohen, J.A., Mannarino, A.P., Greenberg, T., Padlo, S. & Shipley, C. (2002). Childhood traumatic grief: Concepts and controversies, Trauma Violence & Abuse, 3, 307-327.
- Corr C.,(1989).”Children Mourning, Mourning Children.” Southern Illinois University at Edwardsville: Association for Death Education and Counseling, 13-16, 21,39-49 ρ
- Corr, C. (1998). Μιλώντας στα παιδιά που πενθούν. Στο Μ. Νίλσεν & Δ. Παπαδάτου (Επμ.). Το πένθος στην ζωή μας (σσ. 91-96). Αθήνα: Μέριμνα.
- Clark, D. C., Pynoos, R. S. & Goebel, A. E. (1994 ). Mechanisms and processes of adolescent bereavement. In R. J., Haggerty, L. Sherrod, N. Garmezy, & M. Rutter (Eds.), Stress, Risk, and Resilience in Children and Adolescents. Processes, Mechanisms and Interventions (pp.100-146). New York: Cambridge University Press
- Dolto F., (1998). “Ψυχανάλυση και Παιδιατρική”. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη (2000), (Μτφ. Λεωνίδη Σοφία), 185-196 σελ.
- Dolto F., (1999). “Ψυχολογία του παιδιού: μιλώντας για το θάνατο”. Αθήνα: Α’ Έκδοση, Εκδόσεις Πατάκη (Αύγουστος 2000), (Μτφ. Κούκη Ελισάβετ), 9-54 σελ.
- Dowling, E. & Osbourn, E. (2001). Η Οικογένεια και το Σχολείο: Μία Συστημική Προσέγγιση από Κοινού σε Παιδιά με Προβλήματα (μτφρ. Ι. Μπίμπου-Νάκου, Επιμέλεια Σ. Βοσνιάδου). Αθήνα: Gutenberg.